ἐνθύσκει: ἐντυγχάνει,
Hsch.
ἐνθύσκος: ὁ ἀσφαλός, τὸ ὄρνεον,Id.ἐνθύω,
A.
= θύω, τῇ Ἀρτέμιδι χοῖρον
IG 11.153.11 .ἔνθω,ἔνθοι,ἐνθών, Dor. forἔλθω,etc.; v. ἔρχομαι.
ἐνθύσκει: ἐντυγχάνει, Hsch. ἐνθύσκος: ὁ ἀσφαλός, τὸ ὄρνεον, Id. ἐνθύω , = θύω, τῇ Ἀρτέμιδι χοῖρον IG 11.153.11 . ἔνθω , ἔνθοι , ἐνθών , Dor. for ἔλθω, etc.; v. ἔρχομαι.
ἐνθύσκει: ἐντυγχάνει,
Hsch.
ἐνθύσκος: ὁ ἀσφαλός, τὸ ὄρνεον,Id.ἐνθύω,
A.
= θύω, τῇ Ἀρτέμιδι χοῖρον
IG 11.153.11 .ἔνθω,ἔνθοι,ἐνθών, Dor. forἔλθω,etc.; v. ἔρχομαι.