ἐνίζ-ω,
A. to set in,
Ep.
aor. 1
Med.
ἐνεείσατοheplaced upon,
πρύμνῃ κούρην
A.R. 4.188
.
II. intr., = ἐνιζάνω ,pf. ἐνίζηκα, sit inoron,c.acc., θάκους ἐνίζουσαν
E. Hel. 1108
(lyr.), prob. in A. Ch. 801 (lyr.): c. dat., σώματι καὶ ψυχῇ . . ἐνίζει Ἔρως
Pl. Smp. 196b
; νεῦρα τοῖς μυσὶν -ηκότα
Gal. 2.691
; ἡ -ηκυῖα τοῖς μορίοις ποιότης τοῦ φαρμάκου
Id. 11.354