ἐνικλάω, poet. forἐγκ-(q.v.),
A. break off: metaph.,ἔωθεν ἐνικλᾶν ὅττι κεν εἴπωis wontto frustratewhat I devise, Il. 8.408 , cf. 422 ;ἐνέκλασσας( Ep.
aor. 1) δὲ μενοινήν
Call. Jov. 90
; γάμον βαρὺς ὅρκος ἐνικλᾷ
Id. Aet. 3.1.22
; τίς ἄτη σωομένους μεσσηγὺς ἐνέκλασε;
A.R. 3.307
.