ἔννοος,ον, always contr.
ἔννους,ουν,
A. thoughlful, shrewd, sensible,
νηπίους ὄντας τὸ πρὶν ἔννους ἔθηκα
A. Pr. 444
, cf. S. OT 916 ; οὐδεὶς ἔ. ἐφάπτεται μαντικῆς ἐνθέου
Pl. Ti. 71e
;ἔ. γίγνομαιI cometo my senses,
E. Ba. 1270 , D. 31.2 ;ἔ. γεγονέναι ὅτι. . to beawarethat . ., Lys. 10.20 : Sup.
ἐννούστατος
Hsch.
II. intellectual,
ζωή
Plot. 6.2.21
.