LSJἐννοσίφυλλοςGlossἐννοσίφυλλος [ῐ] , ον , = εἰνοσίφυλλος , Ep. for ἐνοσιφ- : ἀήτα Simon. 41 .ἐννοσίφυλλος [ῐ],ον,A.= εἰνοσίφυλλος , Ep. forἐνοσιφ-: ἀήταSimon. 41.ReferencesSimon. 41