ἐνομῑλέω,
A.
= ὁμιλέω ἐν . ., D.C. 43.15 ; τοῖς ἀνθρωπείοις καὶ φθαρτοῖς
Ph. 1.363
, al.
II. to be well acquainted with,
πολλὰ τοῖς Πάρθων ἤθεσιν ἐνωμιληκώς
Plu. Ant. 41
.
III.
Pass. ,to be made familiar, εὐθὺς ἐκ παιδίων -ημέναι δόξαιPolystr. p.32 W.