ἐνοπή,ἡ, (ἐνέπω)
A. crying, shouting,as of birds, Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ' ἐνοπῇ τ' ἴσαν, ὄρνιθες ὥς
Il. 3.2
; esp.war-cry, battle-shout,
μάχη ἐνοπή τε
12.35
, 16.246 , etc. (hence,battle,
AP 6.163 ( Mel. )); also,cryof sorrow, ἐνοπήν τε γόον τε
Il. 24.160
;wild cry,
ἐν Φρυγίαισι βοαῖς ἐνοπαῖσί τε
E. Ba. 159
(lyr.).
2. generally,voice,
ἐνοπήν τε πυθοίμην
Od. 10.147
; Φοίβου . . γλώσσης ἐνοπαί