ἔνορκ-ος,ον,
A. having sworn, bound by oath, ἔνορκόν τινα θέσθαιto bind oneby oath,
S. Ph. 811 ; ἔ. λαμβάνειν τὸν Ἀθηναίων δῆμον
Aeschin. 3.90
, cf. 2.116 , Arist. Rh. 1396b19 : c. dat. pers., ἔ. οὐδενί
S. Ph. 72
.
2.
= ἔνσπονδος ,included in a treaty,
Th. 2.72 .
II. that whereto one is sworn,
θεῶν ἔ. δίκη
S. Ant. 369
(lyr.); ἔνορκον [εἶμεν] τοῖς ἐπιϝοίκοις μἠποστᾶμεν
IG 9(1).334.11
(V B.C.);παρακαταθήκην ἔνορκον εἰληφὼς παρὰ τῶν νόμων,of the jurors, D. 25.11 ; ἔ. προσφώνησις