ἑνότης,ητος,ἡ, (εἷς)
A. unity,
Arist. Metaph. 1018a7 , Ph. 222a19 , Plot. 6.6.16 , etc.; ἡ ἑ. ἐν ἑτερότητι
Porph. Sent. 36
; τοῦ αἵματος
Arist. PA 667b30
.
II. union,
συμπάθεια πρὸς ἀλλήλους καὶ ἑ. ἰδιότροπος
Epicur. Ep. 1p.13U.
; τοῦ πνεύματος τῆς πίστεως
Ep.Eph. 4.3
, 13 ; ἑνότητα ποιεῖν
Plu. 2.769f
.
III. in concrete sense, ἀπογεγεννημένη ἑ.
Epicur. Nat.Herc. 1634.1