ἐνουσι-όομαι,
A. acquire substance,
τῇ φύσειτῆς γῆς
Dam. Pr. 74
, cf. 81 ;ὁ τοῦ χρόνου λόγος ἀί̈διος [φύσει] ἐνουσιωμένοςId. ap. Simp. in Ph. 780.5 .
II. subsist in,
ὁ τοῖς λογικοῖς γένεσιν ἐνουσιωμένος ὅρκος
Hierocl. in CA 2p.422M.
acquire substance,
ἐνουσι-όομαι,
A. acquire substance,
τῇ φύσειτῆς γῆς
Dam. Pr. 74
, cf. 81 ;ὁ τοῦ χρόνου λόγος ἀί̈διος [φύσει] ἐνουσιωμένοςId. ap. Simp. in Ph. 780.5 .
II. subsist in,
ὁ τοῖς λογικοῖς γένεσιν ἐνουσιωμένος ὅρκος
Hierocl. in CA 2p.422M.