ἔνοχος,ον,
A.
= ἐνεχόμενος ,held in, bound by,
τοιαύταις δόξαις
Arist. Metaph. 1009b17
; ταῖς εἰρημέναις βλάβαις
Id. Pol. 1337b17
; [ἔθεσι γεροντικοῖς] Apollod.Com. 7.2 .
2. c. gen.,connected with,
κοιλίης
Hp. Ep. 23
.
II. as law-term,liable to, subject to, νόμοις, δίκαις,
Pl. Lg. 869b ; τῇ γραφῇ
X. Mem. 1.2.64
; τῇ κρίσει
Ev.Matt. 5.22