ἐνράπτω,
A. sew up in,
βυβλίον εἰς ἡνίαν χαλινοῦ
Aen.Tact. 31.9
, Plu. Arat. 25 :— Med. ,Διόνυσον ἐνερράψατο ἐς τὸν μηρόνintohisthigh, Hdt. 2.146 , cf. IG 14.1285 , 1292 :— Pass. ,to be sewed up in,
ἐνερράφη Διὸς μηρῷ
E. Ba. 286
; ἱμάντα ἐν ᾧ ἐπιστολὴ ἐνέρραπτο
Aen.Tact. 31.32
; λίθοι ἐνερραμμένοι τῷ ἐσσῆνι
J. AJ 3.8.9
.