ἐν-σείω,pf.
A.
ἐνσέσεικα
BGU 136.11
(ii A. D.):—brandishorhurl at,c. acc. rei, ἐ. βέλος κεραυνοῦ
S. Tr. 1087
;ὀξὺν δι' ὤτων κέλαδον ἐ. πώλοις drivea shrill sound into their ears, Id. El. 737 ; ἐνέσεισε . . μετανιπτρίδα
Philetaer. 1
.
2. c. acc. pers.,plunge in, drive into,
ἐ. τινὰ ἀγρίαις ὁδοῖς
S. Ant. 1274
;ἑαυτοὺς τῇ ἐπιτροπῇ BGUl.c.; ἑαυτὸν τῇ ἑστίᾳ
Luc. Asin. 31
; σπινθῆρας πυρὸς ὑγιαίνοντι σώματι
Gal. 7.182
; οἷ κακῶν σαυτὴν ἐνέσεισας