LSJἐνσοφιστεύωGlossἐνσοφιστεύω , = σοφιστεύω ἐν . ., ἀκακωτάτοις ἤθεσι Ph. 1.315 : abs., Id. 2.59 .ἐνσοφιστεύω,A.= σοφιστεύω ἐν . ., ἀκακωτάτοις ἤθεσιPh. 1.315 : abs., Id. 2.59 .ReferencesPh. 1.315Id. 2.59