ἐνσπείρω, Ep.
ἐνισπ-,
A. sow in,
ἐνισπείρας [ὀδόντας] πεδίοισιν
A.R. 3.1185
:— Pass. , ἡμῖν οὐδέν τι παραπλησία ψυχὴ τοῖς ἄλλοις ἐ. ζῴοις
Jul. Or. 6.194c
; ὑπὸ φύσεως
Iamb. Myst. 3.27
.
sow in,
ἐνσπείρω, Ep.
ἐνισπ-,
A. sow in,
ἐνισπείρας [ὀδόντας] πεδίοισιν
A.R. 3.1185
:— Pass. , ἡμῖν οὐδέν τι παραπλησία ψυχὴ τοῖς ἄλλοις ἐ. ζῴοις
Jul. Or. 6.194c
; ὑπὸ φύσεως
Iamb. Myst. 3.27
.