ἐνστρᾰτοπεδεύω,
A. encamp in,
Th. 2.20 ; ἐν τῇ πόλει
Plu. Thes. 27
:— Med. , χῶρος ἐπιτηδεότερος ἐνστρατοπεδεύεσθαι
Hdt. 9.2
, D.C. 50.12 .
encamp in,
ἐνστρᾰτοπεδεύω,
A. encamp in,
Th. 2.20 ; ἐν τῇ πόλει
Plu. Thes. 27
:— Med. , χῶρος ἐπιτηδεότερος ἐνστρατοπεδεύεσθαι
Hdt. 9.2
, D.C. 50.12 .