ἐντάφιος [ᾰ],ον,
A. of, belonging toorused in burial,
κόσμοι
D.H. 2.67
.
II. asSubst.,
1. ἐντάφιον,τό, shroud, winding-sheet,
AP 11.125 ; ἐ. δὲ τοιοῦτον οὔτ' εὐρὼς οὔτε . . ἀμαυρώσει χρόνος
Simon. 4.4
; καλὸν ἐ. ἡ τυραννίς
Isoc. 6.45
; κάλλιστον ἐ. ἕξουσι τὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος θάνατον
Plb. 15.10.3
; ὁ πλοῦτος δ' οὐκἐμὸν ἐ.
AP 9.294
( Antiphil. ).
b.