ἐντελέχ-εια,ἡ, (ἐντελής, ἔχειν)
A. full, complete reality,opp. δύναμις, ψυχή ἐστιν ἐ. ἡ πρώτη σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος
Arist. de An. 412a27
; ὑπὸ τοῦ ἐντελεχεία ὄντος τὸ δυνάμει ὂν γίνεται
Id. GA 734a30
; distd. fr.ἐνέργεια, actuality,opp.activity,
Id. Metaph. 1050a23 , Ph. 257b8 , cf. Ph. 1.625 (ἐνδ-codd.), Plot. 4.7.8 ; later, τὸ ᾠὸν κατὰ δύναμιν μέν ἐστι νεοσσός, κατ' ἐντελέχειαν δὲ οὐκ ἔοτιν
S.E. M. 10.340
, cf. Theo Sm. p.37 H.: confused withἐνδέλεχεια(q.v.) by Cic. Tusc. 1.10.22 , Luc. Jud. Voc. 10 .