ἐντίθημι,fut. ἐνθήσω: poet.aor. 1 inf.
A.
ἐνθέμεν
Thgn. 430
:—put in(esp.put on boarda ship), οἶνον ἐρυθρὸν ἐνθήσω
Od. 5.166
; ἐνθείς τινα εἰς τὸ πλοῖον
Antipho 5.39
:—freq. in this sense in Med. , κτήματά τ' ἐντιθέμεσθα
Od. 3.154
, cf. X. An. 1.4.7 , Oec. 20.28 ; ἐν δ' ἱστὸν τιθέμεσθα . . νηί̈
Od. 11.3
; ἐνθέσθαι εἰς τὴν ναῦν φορτία
D. 34.6
.
2. generally,put inorinto,
ἐνέθηκε δὲ χερσὶν ἅρπην