ἐντῑμ-άω,
A. value inoramong, ἐν ταῖς μ́ μναῖς ἐνετιμᾶτο τὰ χρυσία καὶ τὰ ἱμάτια τῶν χιλίων [δραχμῶν] D. 41.27 ; ἐς τὰς προῖκας ἐντετιμῆσθαι
D.C. 48.8
; ἐντετιμημένος highly valued, valuable,
Sophr. 100
codd. Ath. (ἐντετμαμέναMeineke):— Med. ,valuein giving a dowry, Poll. 8.142 .