LSJἔντριτον:Glossἔντριτον: τὸ διονίου ἔμβρωμα, ὃ Γαλάται ἔμβρεκτόν φασιν, Hsch. (Fort. ἔντριπτον. )ἔντριτον: τὸ διονίου ἔμβρωμα, ὃ Γαλάται ἔμβρεκτόν φασιν,Hsch. (Fort.ἔντριπτον.)