LSJἐνυπνίδιοςGlossἐνυπνίδιος , ον , = ἐνύπνιος, φαντασία S.E. M. 9.43 .ἐνυπνίδιος,ον,A.= ἐνύπνιος, φαντασίαS.E. M. 9.43 .ReferencesS.E. M. 9.43