ἐνῠφ-αίνω,
A. weave in as a pattern,
[πιλήματι] χρυσοῦ ποικιλίαν
Duris 14J.
; τῆς σκιᾶς τὴν πορφύραν
Men. 561
; ἐν τοῖς ἑπομένοις ἐνυφήνας τὰ Τρωικὰ πάθη
Jul. Or. 8.240c
:— Pass. ,to be inwoven,
ζῷα ἐνυφας μένα θώρηκι
Hdt. 3.47
, cf. 1.203 ; γράμματα
IG 2.754.9
, cf. Arist. Mir. 838a22 ; αὐλαία ἔχουσα Πέρσασ-ασμένους
Thphr. Char. 5.9
; [ χιτῶνα] ἀρετῶν ποικίλμασιν ἐνυφασμένον
Ph. 1.654