ἐξαγγ-έλλω,
A. tell out, proclaim, make known,freq. with collat. sense ofbetrayinga secret, εἰ μὴ μητρυιὴ . . Ἑρμέᾳ ἐξήγγειλεν
Il. 5.390
; εἰσὶ γάρ, εἰσὶν οἱ πάντ' ἐξαγγέλλοντες ἐκείνῳ
D. 4.18
, cf. Th. 4.27 , Lys. 20.9 ,v.l. in
X. An. 1.6.5 ; ἐ. τινὶ ὅτι . .
Hdt. 5.33
; ἐ. τινὶ προσιὸν τὸ στράτευμα
X. HG 7.5.10
; τινὶ οὕνεκα . .
S. OC 1393
; τινὶ περί τινος
Pl. R. 601d
;τινὶ τὰ περί τιib. 359e ; ἐ. κατά τινος
Arist. Pol. 1313b34