ἐξαλλ-άσσω, Att.
ἐξάλλ-ττω,
A. change utterlyorquite,strengthd. for ἀλλάσσω, ἐσθῆτα
E. Hel. 1297
; τινὰς κοσμήσεσι
Plu. Thes. 23
; αἰὼν . . ἄλλ' ἄλλοτ' ἐξάλλαξεν
Pi. I. 3.18
.
b. intr., of evolution, τὰ δὲ . . ἐξαλλάσσει ἐς τὴν μέζω τάξιν
Hp. Vict. 1.6
; ἐ. γένος εἰς ἕτερον degenerate,
Thphr. HP 8.8.3
:— Pass. ,ἐξηλλαγμένος πρός τιib. 4.4.14 .
c.
Med. ,κακοῖσιν ὅστις μηδὲν ἐξαλλάσσεταιwhoseesnochange take placein his miseries, S. Aj. 474 :— Pass. , ἰδιωτικῆς ἑστίας ἐξηλλαγμένη ἡγεμονία