ἐξανα-χωρέω,
A. go out of the way, withdraw, retreat, ἐπὶ τὸν ποταμόν, πρὸς τὸ ὄρος,
Hdt. 1.207 , 5.101 , cf. Ph. 1.229 , al.; ἀπὸ τῶν φορτίων
Hdt. 4.196
; of a plant,[γῆς] συνημερουμένης ἐ.Thprh. HP 6.3.3 .
II. c. acc.,ἐξανεχώρει τὰ εἰρημένα sought to back out ofhis words, Th. 4.28 .