ἐξαπ-αλλάσσω, Att.
ἐξάπ-ττω,
A. set free from, remove from,
τινὰ κακῶν
E. IA 1004
; (sc.ἑαυτόν) ταλαίνης ζόης
Id. Hec. 1108
:— Pass. ,get rid of, escape from,
κακῶν ἐξαπαλλαχθείς
Hdt. 5.4
; ἄλυπος ἄτης ἐξαπαλλαχθήσεται
S. El. 1002
;τῶν εἰρημένων ἐξαπαλλαγῆναι escape fromhis own words, Th. 4.28 .