LSJἀκρ-ωβέλια:Glossἀκρ-ωβέλια: τὰ ἄκρα τοῦ ὀβελίσκου , Hsch. (cod. -σβ- ).ἀκρ-ωβέλια: τὰ ἄκρα τοῦ ὀβελίσκου, Hsch. (cod.-σβ-).