ἐξαρκ-έω,
I. of objects,to be quite enough for, suffice for,
τινί
Heraclit. 114
, S. OC 6 , 1116 , Ph. 459 , etc.; ἔμοιγ' ἐ. ὃς ἂν μὴ κακὸς ᾖ
Pl. Prt. 346c
; ὁ βίος μοι δοκεῖ τῷ μήκει τοῦ λόγου οὐκ ἐξαρκεῖν
Id. Phd. 108d
; ἐ. εἴς τι
Lys. 19.55
, 30.20 ; πρός τι
Pl. R. 526d
, X. Mem. 4.1.5 : c.inf., μία μεσότης ἂν ἐξήρκει . . συνδεῖν
Pl. Ti. 32a
: abs.,suffice,
μέτρια δ' ἐξαρκεῖν ἔφη
E. Supp. 866