ἐξαρμόζω, in Pass. ,
A. to be displaced, wrenched out, τὰ πλευρὰ ἐξήρμοστο
τῶν σπονδύλων
Philostr. Her. 1.3
; ἐξηρμοσμέναι πέτραι
Id. Im. 2.17
;ἐξήρμοσται τὰς κνήμαςib. 4 .
to be displaced, wrenched out,
ἐξαρμόζω, in Pass. ,
A. to be displaced, wrenched out, τὰ πλευρὰ ἐξήρμοστο
τῶν σπονδύλων
Philostr. Her. 1.3
; ἐξηρμοσμέναι πέτραι
Id. Im. 2.17
;ἐξήρμοσται τὰς κνήμαςib. 4 .