ἐξαρπάζω,fut.
A.
-άσομαι
Ar. Eq. 708
:aor.1
ἐξήρπαξα
Hom.
(v.infr.), ἐξήρπασα
Hdt. 8.135
, Plu. Comp.Per.Fab. 2 :—snatch away from,
φῶτ' ἐξαρπάξασα νεός
Od. 12.100
;ἐ. τι παρά τινοςHdt.l.c.; τι ἐκ χερῶν τινος
E. IA 315
;rescue,
τὸν δ' ἐξήρπαξ' Ἀφροδίτη
Il. 3.380
, cf. 20.443 , 21.597 ; τῆς πολιορκίας Μάριον