LSJἐξαρτ-ηδόνGlossἐξαρτ-ηδόν ( ἐξαρτιδῶν cod.): μετὰ τοῦ ἐκκρεμάσθαι, Hsch.ἐξαρτ-ηδόν(ἐξαρτιδῶνcod.):μετὰ τοῦ ἐκκρεμάσθαι,Hsch.