ἐξάρχ-ω,
A. begin, take the lead in, initiate,c. gen., Θέτις δ' ἐξῆρχε γόοιο
Il. 18.51
; μολπῆς ἐξάρχοντες
Od. 4.19
, Il. 18.606 ; ἐξῆρχον ἀοιδῆς Μοῦσαι
Hes. Sc. 205
;ἐξάρχετε φωνᾷ(sc.τῆς μολπῆς) Pi. N. 2.25 ; πτολέμω
Corinn. 26
; ἐ. πετροβολίας
X. An. 6.6.15
; παιᾶνος
Plu. Lyc. 22
; δόγματος
Id. Galb. 8
, etc.:— Med. , κακῆς ἐξάρχετο βουλῆς
Od. 12.339