ἐξασκ-έω,
A. adorn, deck out, equip,
ἐσθῆτί τινα
S. OC 1603
: c. dupl. acc.,ἁγώ νιν ἐξήσκησά inwhich . ., E. Hel. 1383 codd.;πλόκαμον ἐ. κόμης arrangeordressit, Id. El. 1071 :— Pass. ,to be adornedorfurnished with,
ὀργάνοισιν ἐξησκημένος
Id. Rh. 922
; φυτοῖσιν
Lyc. 858
; παισίν
Luc. Am. 10
: abs., [ ἡ χώρα] ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων ἐξήσκητο καὶ διεπεπόνητο
Hell.Oxy. 12.5
; πώλους . . ἐξησκημένας decked out, ready,
Eub. 84
;μνῆμα εἰς κάλλος ἐξησκημένονbeautifullywrought,