LSJἐξατράπηςGlossἐξατράπης , v. σατράπης. * ἐξαττάομαι , v. ἐξηττημένη.ἐξατράπης,A.v. σατράπης. *ἐξαττάομαι, v. ἐξηττημένη.Related Lemmasἐξαττάομαι