LSJἐξαφάζων:Glossἐξαφάζων: ἐξ ἑαυτοῦ γιγνόμενος, καὶ περιβλέπων, Hsch.ἐξαφάζων: ἐξ ἑαυτοῦ γιγνόμενος, καὶ περιβλέπων,Hsch.