ἐξέργω, Att.
ἐξείργω,fut.
A.
-είρξω
Ar. Ach. 825
:—shut out froma place,debar,
ἐξέργειν τινά
Hdt. 3.51
, etc.;ἐξείργειν τινὰ χθονός, γῆς,
E. Heracl. 20 , 25 ;ἐξ ἀγορᾶς, ἐκ τοῦ ἄστεος,
Pl. Lg. 936c ; ἀπὸ τοῦ βήματος
Aeschin. 1.32
; ἐκ τῶν ἱερῶν
Lys. 6.16
; ἐκ τοῦ θεάτρου
D. 21.178
;ἐ. θύραζε drive away and shuthimoutof doors, Ar. Ach. 825 , cf. D. 18.169 :— Pass. , ἐξείργεσθαι πάντων