ἐξερῑνάζω, strengthd. forἐρινάζω: metaph.,
A. fertilize,
ἐρινὸς . . ἀχρεῖος ὢν ἐς βρῶσιν ἄλλους ἐξερινάζεις λόγῳ
S. Fr. 181
.
fertilize,
ἐξερῑνάζω, strengthd. forἐρινάζω: metaph.,
A. fertilize,
ἐρινὸς . . ἀχρεῖος ὢν ἐς βρῶσιν ἄλλους ἐξερινάζεις λόγῳ
S. Fr. 181
.