ἐξεσθίω,fut. ἐξέδομαι:pf. ἐξεδήδοκα:aor. ἐξέφαγον:—
A. eat away, eat up,
ἐξέδεταί σου τοὔψον
Ar. Eq. 1032
, cf. Epimenid. 10 ; ἐκ τῶν πόλεων τὸ σκῖρον ἐξεδήδοκεν
Id. V. 925
; ἐὰν μή ς' ἐκφάγω ἐκ τῆσδε τῆς γῆς
Id. Eq. 698
;ἐξεσθίουσι αὐτὰ(the grubs) αἱ μέλιτται
Arist. HA 554b4
, cf. Dsc. Eup. 1.150 .