ἐξεφάλλομαι, only in Hsch. ,ἐξέπαλτο(-τονcod.):ἐξεπήδησεν(-σανcod.), but cf.ἐκπάλλομαι.
ἐξεφάλλομαι
Gloss
ἐξεφάλλομαι , only in Hsch. , ἐξέπαλτο ( -τον cod.): ἐξεπήδησεν ( -σαν cod.), but cf. ἐκπάλλομαι.
ἐξεφάλλομαι , only in Hsch. , ἐξέπαλτο ( -τον cod.): ἐξεπήδησεν ( -σαν cod.), but cf. ἐκπάλλομαι.
ἐξεφάλλομαι, only in Hsch. ,ἐξέπαλτο(-τονcod.):ἐξεπήδησεν(-σανcod.), but cf.ἐκπάλλομαι.