ἐξηγ-ηματικός,ή,όν,
A.
= ἐξηγητικός, ὕμνοι Men.Rh. p.337
S.
2. having a gift for exposition,
Olymp. Proll. 10.25 .
3. Adv.
Comp.
-ώτερον, λέγειν τῆς λέξεως
Id. in Alc. p.205
C.
ἐξηγ-ηματικός , ή , όν , = ἐξηγητικός, ὕμνοι Men.Rh. p.337 S. having a gift for exposition, Olymp. Proll. 10.25 . Adv. Comp. -ώτερον, λέγειν τῆς λέξεως Id. in Alc. p.205 C.
ἐξηγ-ηματικός,ή,όν,
A.
= ἐξηγητικός, ὕμνοι Men.Rh. p.337
S.
2. having a gift for exposition,
Olymp. Proll. 10.25 .
3. Adv.
Comp.
-ώτερον, λέγειν τῆς λέξεως
Id. in Alc. p.205
C.