ἐξήλῠσις,εως,ἡ,
A. way out, outlet, τοῦ πυρὸς οὐκ ἔχοντος(nisi leg.-τες) ἐξήλυσιν ἐκ τοῦ ἄστεος
Hdt. 5.101
; of a river, ἔχοντος οὐδαμῇ ἐ.
Id. 3.117
; ἐ. ἐς θάλασσαν κατήκουσα
Id. 7.130
.
way out, outlet,
ἐξήλῠσις,εως,ἡ,
A. way out, outlet, τοῦ πυρὸς οὐκ ἔχοντος(nisi leg.-τες) ἐξήλυσιν ἐκ τοῦ ἄστεος
Hdt. 5.101
; of a river, ἔχοντος οὐδαμῇ ἐ.
Id. 3.117
; ἐ. ἐς θάλασσαν κατήκουσα
Id. 7.130
.