ἐξοκέλλω, intr., of a ship,
A. run aground,
ἐς τὰς ἐκβολὰς τοῦ Πηνειοῦ
Hdt. 7.182
; πρὸς κραταίλεων χθόνα
A. Ag. 666
; also [ δελφῖνες] ἐ. εἰς τὴν γῆν
Arist. HA 631b2
.
2. metaph.,drift into,
ἐ. εἰς τραχύτερα πράγματα
Isoc. 7.18
; εἰς λόγου μῆκος
Id. Ep. 2.13
; εἰς ἀσέλγειαν
Plb. 18.55.7
; πρὸς ἀπληστίαν
Ph. 1.686