ἐξομοι-όω,
A. make quite like, assimilate,
τὸ εἶδος
Hdt. 3.24
; αὑτὸν τῇ πολιτείᾳ
Pl. Grg. 512e
;ἐ. τοὺς καρπούς producefruitexactly like,
Thphr. HP 2.2.4 ;adapt,
τοῖς ἤθεσι τῶν λεγόντων καὶ τῶν ἀκουόντων τοὺς λόγους
Anon. Oxy. 1012i
28 ;compare, liken,
τί τινι
Str. 2.5.22
, Ph. 2.11 , al.:— Pass. ,becomeorbe like,
ἄνδρας γυναιξὶν ἐξομοιοῦσθαι φύσιν
E. Andr. 354
, cf. S. Aj. 549 , X. Oec. 7.32 ; ὁ Ἄψος σχῆμα ἐ. πρὸς τὸν Πηνειόν