ἐξυψόω,
A. exalt,
σεαυτόν
LXX Si. 1.30
;τὸν θεόνib. Da. 3 .( 51 );elevate, παίγνια καὶ κώμους Αἰσχύλος -ωσεν
AP 7.411 ( Diosc. ).
exalt,
ἐξυψόω,
A. exalt,
σεαυτόν
LXX Si. 1.30
;τὸν θεόνib. Da. 3 .( 51 );elevate, παίγνια καὶ κώμους Αἰσχύλος -ωσεν
AP 7.411 ( Diosc. ).