ἐξώλ-ης,ες,
A. utterly destroyed, ruined,
ἐ. γίνεσθαι
Hdt. 7.9
. β́; ἐξώλεις καὶ προώλεις ποιεῖν τινας ἐν γῇ καὶ ἐν θαλάσσῃ
D. 18.324
, cf. 19.71 ; freq. in imprecations, ἐ. ἀπόλοιο
Ar. Pax 1072
, Men. Sam. 152 ;ἐξώλη αὐτὸν εἶναι καὶ γένοςLexap. And. 1.98 , cf. 126 ; ἐξώλη γίνεσθαι καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ἐκείνου πάντας
SIG 167.15
(Mylasa,iv B. C.); ἐ. ἀπολοίμην καὶ προώλης
D. 19.172
.
II. metaph., of persons,pernicious, abominable,
Αἰγύπτου γένος
A. Supp. 741