LSJἑορτ-ίςGlossἑορτ-ίς , ίδος , ἡ , = ἑορτή , Sch. Il. 5.299 ; coined to expl. ἔροτις.ἑορτ-ίς,ίδος,ἡ,A.= ἑορτή , Sch. Il. 5.299 ; coined to expl.ἔροτις.ReferencesIl. 5.299