ἐπαγωγ-ός,όν,
A. bringing on,
μανίας
A. Fr. 57.5
(anap.); ἡδονῆς
Gorg. Hel. 10
; ὕπνου
Pl. Ti. 45d
; κίνησις ἐ. ὁράσεως
Ph. 2.359
.
II. attractive, alluring,
τὰ ἐπαγωγότατα λέγειν
Hdt. 3.53
, cf. Th. 4.88 ;ἀκούσαντες . . ἐπαγωγὰ καὶ οὐκ ἀληθῆ,of ex-parte statements, Id. 6.8 , cf. 5.85 ;ὀνόματος ἐπαγωγοῦ δυνάμει ἐπισπάσασθαιib. 111 ; ἐ. πρός τι
X. Oec. 13.9
; λόγοι ἐ.