ἐπαιτιάομαι,fut. -άσομαι [ᾱ], Ion.
-ήσομαι,
A. bring a charge against, accuse,
τινά
Hdt. 2.121
.β́,etc.; θεὸν ἐ.
Hp.
Aër.
22 ;ἐ. τινά τινος accuseone of a thing, Th. 6.28 , D. 21.114 ;ἦ κἀμὲ γάρ τι ξυμφοραῖς ἐπαιτιᾷ;for your mishaps, A. Pr. 974 ; alsoκείνην ἐπαιτιῶμαι τοῦδε βουλεῦσαι τάφουIaccuseher of this burial, that she planned it, S. Ant. 490 : c.inf., ὧν ἐπαιτιᾷ με δρᾶν
Id. OT 645
; ὃν . . με . . τρέφειν μιάστορα ἐπῃτιάσω
Id. El. 604
; Αἴσωπον . . φιάλην ἐπῃτιῶντο κλέψαι
Ar. V. 1447
, etc.; τὴν πρόμαντιν ἐ. αὐτὸν πεῖσαι