ἐπακ-τός,όν, orή,όν(cf. 111 infr.), (ἐπάγω)
A. brought in,
ὕδατα
Hp.
Aër.
9 ; esp.brought in from abroad, imported,
ἐ. σῖτος
Th. 6.20
; πάντων ἐπακτῶν δεῖσθαι
Id. 7.28
;acquired,
τῇ Ἑλλάδι πενίη μὲν . . σύντροφός ἐστι, ἀρετὴ δὲ ἐ.
Hdt. 7.102
; ὕδωρ εἴτ' ἐ. εἴτε συμφυές
Arist. Mete. 382b11
, cf. GA 750a9 ; ἐ. πημονή
E. Hipp. 318
; κακόν